Τρίτη, 2 Ιουνίου 2015

Εξαιρεί τις κτηνοτροφικές οργανώσεις από την κατανομή των βοσκοτόπων ο Αποστόλου

Εξαιρεί τις κτηνοτροφικές οργανώσεις από την κατανομή των βοσκοτόπων ο Αποστόλου Με την επισήμανση πως η κατανομή των δικαιωμάτων χρήσης της βοσκής θα γίνει από τις οικείες Περιφερειακές Ενότητες και όχι από τις κτηνοτροφικές οργανώσεις όπως προέβλεπε ο ν. 4364/2014, τέθηκε από τις 15.00 της Παρασκευής 29 Μαΐου σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμου «Βοσκήσιμες γαίες Ελλάδας και άλλες διατάξεις» από τον αναπληρωτή υπουργό Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Βαγγέλη Αποστόλου, η οποία θα διαρκέσει έως τις 14:00 της Τετάρτης 10 Ιουνίου 2015.
Συγκεκριμένα, όπως τονίζεται στην σχετική αιτιολογική έκθεση, με το άρθρο 6 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, προβλέπεται ότι τα δικαιώματα χρήσης της βοσκής σε κτηνοτρόφους, κατανέμονται από τις οικείες Περιφερειακές Ενότητες και όχι από τις κτηνοτροφικές οργανώσεις, όπως προέβλεπε ο ν. 4364/2014, γιατί στην πράξη αυτό αποδείχθηκε ανέφικτο.
 
Βέβαια δεν αιτιολογείται για πιο λόγο αποδείχθηκε το ανέφικτο της συγκεκριμένης πράξης, και είναι σίγουρο πως θα προκαλέσει αντιδράσεις καθώς ο Σύνδεσμος Ελληνικής Κτηνοτροφίας έχει καταθέσει, ήδη από τις 7 Ιανουαρίου 2015, ολοκληρωμένη πρόταση στην αρμόδια Διεύθυνση του υπουργείου Παραγωγικής Ανασυγκρότησης και εν συνεχεία και στον αναπληρωτή υπουργό, προκειμένου να προχωρήσει άμεσα στη σύνταξη των προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης σε συνεργασία με τις οργανώσεις μέλη του, τις Περιφέρειες της χώρας και τους Δήμους.
 
Επίσης, σε πρόσφατη σύσκεψη στο Αγρίνιο, στις 27 Μαΐου, έγινε ομόφωνα αποδεκτή η πρόταση να αναλάβουν οι Ενώσεις Αγρινίου και Μεσολογγίου-Ναυπακτίας, σε συνεργασία με την Περιφέρεια και τους Δήμους, τη σύνταξη του Διαχειριστικού Σχεδίου των περιοχών τους, χωρίς να επιβαρύνουν ούτε με ένα ευρώ ούτε τους παραγωγούς ούτε το κράτος!
 
Γεγονός είναι πως οι Περιφέρειες και από μόνες τους στερούνται της σχετικής τεχνογνωσίας για την κατανομή των δικαιωμάτων βόσκησης για αυτό και συνεχίζοντας η αιτιολογική έκθεση αναφέρει πως το εν λόγω άρθρο 6 προβλέπει, επίσης, ότι η κατανομή των βοσκήσιμων γαιών γίνεται από Επιτροπή της οικείας Περιφερειακής Ενότητας, η οποία είναι αρμόδια για το σκοπό αυτό, με τη συμμετοχή εκπροσώπου του αρμόδιου Δήμου και των οικείων κτηνοτροφικών οργανώσεων!
 
Εν αναμονή λοιπόν των αποτελεσμάτων της διαβούλευσης για να δούμε πόσο ευσταθεί αυτός ο ισχυρισμός του υπουργού!
 
Το σχέδιο νόμου
 
Πάντως, όσον αφορά τα βασικά σημεία του σχεδίου νόμου, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, προβλέπουν μεταξύ άλλων τα εξής:
-Με την ορθολογική αξιοποίηση και διαχείριση των βοσκήσιμων γαιών, οι οποίες αποτελούν τον σπουδαιότερο χερσαίο φυσικό πόρο της χώρας και σημαντική πηγή οικονομικής ζωοτροφής, την αποφασιστική συμβολή στη μείωση του κόστους εκτροφής, μειώνοντας κατ’ επέκταση καθοριστικά και το κόστος παραγωγής.
-Την παράταση της προθεσμίας κατάρτισης των διαχειριστικών σχεδίων των βοσκήσιμων γαιών της χώρας και υποβολής τους για έγκριση, έως τις 30 Σεπτεμβρίου του 2018.
-Την δυνατότητα κάλυψης των δαπανών για την κατάρτιση και την υλοποίηση - εφαρμογή των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης για τις βοσκήσιμες γαίες της χώρας, από τις πιστώσεις του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης της Ελλάδας ή και άλλες πηγές.
 
Επίσης, στις λοιπές ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου υπάρχουν προβλέψεις για:
-Παράταση στην αδειοδότηση κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων έως τις 12-9-2016
- Ρυθμίσεις για κατ’ επάγγελμα αγρότες παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας
- Ρυθμίσεις για θέματα ασφαλιστικών καλύψεων του ΕΛΓΑ και
-Ρυθμίσεις για τα γεωθερμικά πεδία
 
Η αιτιολογική έκθεση
 
Αναλυτικά, στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου «Βοσκήσιμες γαίες Ελλάδας και άλλες διατάξεις αναφέρονται τα εξής:
 
Με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου επιχειρείται η ορθολογική διαχείριση, αξιοποίηση και διανομή των βοσκήσιμων γαιών της χώρας, με σκοπό τη στήριξη της κτηνοτροφίας.
 
Η κτηνοτροφία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της εθνικής οικονομίας κι ως τέτοιος μπορεί ν’ αποτελέσει παράγοντα ανάπτυξης της χώρας. Εντούτοις στον τομέα αυτό, υπάρχει σημαντική υστέρηση, αφού η χώρα παράγει περίπου το 65% των αναγκών της σε κρέας και περίπου 70% σε γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα, με αποτέλεσμα να δαπανώνται τεράστια ποσά και μάλιστα διαρκώς αυξανόμενα για την κάλυψη των ελλειμμάτων. Στη κατάσταση αυτή συμβάλει σημαντικά και το γεγονός ότι το κόστος παραγωγής είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο κόστος στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων χωρών. Ο σημαντικότερος συντελεστής του κόστους παραγωγής των κτηνοτροφικών προϊόντων είναι η διατροφή των αγροτικών ζώων, που στη χώρα μας φτάνει μέχρι το 60% του συνολικού.
 
Η ορθολογική αξιοποίηση και διαχείριση των βοσκήσιμων γαιών, οι οποίες αποτελούν τον σπουδαιότερο χερσαίο φυσικό πόρο της χώρας και σημαντική πηγή οικονομικής ζωοτροφής, μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στη μείωση του κόστους εκτροφής, μειώνοντας κατ’ επέκταση καθοριστικά και το κόστος παραγωγής. Επιπλέον, η απευθείας βόσκηση των φυσικών βοσκότοπων και η εκτατικοποίηση της κτηνοτροφίας συμβάλει ουσιαστικά στην υγιεινή των ζώων, επιδρώντας παράλληλα, θετικά στην ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων, η οποία βελτιώνεται με την αύξηση της ποικιλότητας των φυτικών ειδών που καταναλώνουν τα ζώα κατά τη βόσκηση. . Με τη διαδικασία αυτή οδηγούμαστε στον εμπλουτισμό των προϊόντων αυτών με επιθυμητά συστατικά και οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, που έχουν θετική επίδραση στην υγεία του ανθρώπου και αυξάνουν την προστιθέμενη αξία τους, λόγω θετικής ανταπόκρισης από το καταναλωτικό κοινό.
 
Η αξιοποίηση των βοσκήσιμων γαιών μέσω της ορθολογικής διαχείρισής τους, θα έχει ως αποτέλεσμα να διατηρηθεί το άρρηκτα συνδεδεμένο με το φυσικό περιβάλλον ζωικό γενετικό υλικό των τοπικών φυλών αγροτικών ζώων, τα οποία συμμετέχουν όχι μόνο ως απλά μέσα συγκομιδής και αξιοποίησης της παραγωγής βοσκήσιμης ύλης, αλλά και ως βασικοί συστατικοί παράγοντες του οικοσυστήματος. Το ζωικό γενετικό κεφάλαιο της χώρας, που διατρέφεται με τη φυσική ξυλώδη ή ποώδη βλάστηση, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του περιβάλλοντός μας, συμβάλλοντας από την πλευρά του στην παραγωγή προϊόντων με προστιθέμενη αξία όπως είναι τα προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) ή τα προϊόντα Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ), με κυρίαρχο και εμβληματικό προϊόν τη φέτα.
 
Οι βοσκήσιμες γαίες της Ελλάδας εξαπλούνται κυρίως στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές της χώρας και γι’ αυτό αποτελούν το υπόβαθρο για την αειφόρο ανάπτυξη της ποιμενικής αιγοπροβατοτροφίας, η οποία συνιστά γενικευμένη παραγωγική δραστηριότητα των περιοχών αυτών και δευτερευόντως της κρεοπαραγωγού βοοτροφίας ελευθέρας βοσκής. Κάθε προσπάθεια για ορθολογική διαχείριση και αξιοποίηση των γαιών αυτών οφείλει να συνδέεται άμεσα και να λαμβάνει υπ’ όψη τους παραπάνω κλάδους, που είναι οι δύο κύριοι χρήστες του νομευτικού αυτού πόρου.
 
Περισσότερο απ’ ότι συμβαίνει σε όλους τους άλλους τομείς της κτηνοτροφίας, η εκτροφή των αιγοπροβάτων, από αρχαιοτάτων χρόνων στηριζόταν και συνεχίζει να στηρίζεται σε μεγάλο ποσοστό, στην εκμετάλλευση των φυσικών βοσκότοπων, αξιοποιώντας έτσι, με τον πλέον αποδοτικό τρόπο τις περιοχές όπου βρίσκονται οι περισσότερες βοσκήσιμες γαίες.
 
Η μη αποτελεσματική, έως τώρα, αξιοποίηση των βοσκήσιμων γαιών της χώρας οφείλεται κυρίως στην έλλειψη πλήρους χαρτογράφησης, οριοθέτησης και αξιολόγησής τους και στην πολυμορφία του ιδιοκτησιακού καθεστώτος που τις χαρακτηρίζει. Οι παραπάνω παράγοντες οδηγούν στην αναποτελεσματική διαχείριση και την ελλιπή αξιοποίησή τους, αφού είναι δύσκολο εάν όχι αδύνατο να γίνει σωστή διαχείριση και αξιοποίηση εκτάσεων που δεν είναι χαρτογραφημένες και οριοθετημένες. Επιπλέον, ως αποτέλεσμα της έλλειψης διαχείρισης παρατηρείται σοβαρή ανεπάρκεια έργων υποδομής, όπως δρόμων προσπέλασης και εγκαταστάσεων ποτισμού και σταβλισμού των ζώων.
 
Υπό το βάρος της ανάγκης για παραγωγική ανασυγκρότηση της Ελλάδας και λαμβάνοντας υπόψη την περιφερειοποίηση της χώρας στο πλαίσιο της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, σύμφωνα με την οποία η μία εκ των τριών περιφερειών είναι οι βοσκήσιμες γαίες, με βάση την έκταση των οποίων θα ενεργοποιούνται τα δικαιώματα ενίσχυσης που αφορούν στην κτηνοτροφία, κρίνεται αναγκαίο να αποσαφηνιστούν τα όρια των βοσκήσιμων εκτάσεων η πλειονότητα των οποίων είναι είτε δασικές εκτάσεις με αραιά ξυλώδη βλάστηση (θαμνολίβαδα – φρυγανολίβαδα) είτε χορτολιβαδικές εκτάσεις.
 
Με την κατάρτιση και έγκριση των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης προβλέπεται μεταξύ άλλων και η χαρτογράφηση και κατά συνέπεια η οριοθέτηση των εκτάσεων που έχουν ως κύρια χρήση τη βοσκή, τις οποίες αποκαλούμε βοσκήσιμες γαίες. Οι εκτάσεις που θα αποδοθούν στην κτηνοτροφία θα διαχειρίζονται μόνο ως βοσκήσιμες, αφού δεν έχουν τη δυνατότητα να αναπτυχθούν σε πυκνά δάση, καθότι το έδαφος τους δεν έχει μεγάλο βάθος (10 – 15 cm).
 
Με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου, με το οποίο κωδικοποιούνται σε ενιαίο κείμενο και βελτιώνονται οι διατάξεις του άρθρου 103 του ν.δ. 86/1969 (Α΄7), του άρθρου 60 του ν. 4264/2014 (Α΄ 118) και του άρθρου 25, παρ. 2 του ν. 4315/2014 (Α΄ 269) όπως ισχύουν, αντιμετωπίζονται προβλήματα και ασάφειες που εντοπίστηκαν. Ταυτόχρονα εξυπηρετείται ο σκοπός της ομαλής και επωφελούς ολοκλήρωσης της διαδικασίας υλοποίησης των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης, που ως σκοπό έχουν την ορθολογική χρήση αξιοποίηση και βελτίωση των βοσκήσιμων γαιών της χώρας.
 
Επιπλέον, με το ενιαίο κείμενο νόμου δημιουργείται ένα σαφές και με σεβασμό προς το περιβάλλον νομικό πλαίσιο περί βοσκήσιμων γαιών, οι διατάξεις του οποίου θα είναι ξεκάθαρες τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο, προς όφελος της ευαίσθητης κοινωνικής ομάδας των κτηνοτρόφων.
 
Ειδικότερα, με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου ορίζονται κατ’ άρθρο τα ακόλουθα:
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
 
ΒΟΣΚΗΣΙΜΕΣ ΓΑΙΕΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
 
Άρθρο 1
 
Ορισμός
 
Με το άρθρο 1 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, παρέχεται ο ορισμός της έννοιας βοσκήσιμη γαία, με σκοπό την πληρέστερη κατανόηση του προτεινόμενου σχεδίου νόμου. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, βοσκήσιμες γαίες καλούνται οι εκτάσεις που δύνανται να χρησιμοποιηθούν για βόσκηση ζώων, στις οποίες αναπτύσσεται βλάστηση αυτοφυής ή μη, ποώδης, φρυγανική ή ξυλώδης με θαμνώδη ή αραιά δενδρώδη μορφή ή και μικτή, οι οποίες μπορεί να εκτείνονται και σε υδάτινα παραλίμνια ή παραποτάμια οικοσυστήματα, όπου αναπτύσσεται υδροχαρής βλάστηση. Στον προτεινόμενο ορισμό της έννοιας βοσκήσιμη γαία λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες του μεσογειακού οικοσυστήματος και των τοπικών παραδοσιακών πρακτικών βόσκησης καθώς επίσης και οι απαιτήσεις των Ευρωπαϊκών Κανονισμών, όπως τεκμαίρονται από το νέο ορισμό για τους βοσκοτόπους (Καν. (ΕΕ) 1307/2013, άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο η΄ και τα άρθρα 6,7 και 8 του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 639/2014 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μία άλλη έκφραση της έννοιας της βοσκήσιμης γαίας αποτελεί η λέξη βοσκότοπος, η οποία χρησιμοποιείται στα επίσημα έγγραφα και Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 
Άρθρο 2
 
Εθνική Γεωγραφική Πληροφορική Βάση Δεδομένων
 
Με το προτεινόμενο άρθρο 2 προβλέπεται η αξιοποίηση των εργαλείων της επιστήμης της γεωπληροφορικής, μέσω της δημιουργίας, οργάνωσης και συνεχούς ενημέρωσης Εθνικής Γεωγραφικής Πληροφορικής Βάσης Δεδομένων, στην οποία θα γίνεται η καταγραφή, χαρτογράφηση και συνεχής παρακολούθηση όλων των βοσκήσιμων γαιών της χώρας, σε ενιαία βάση και με δυνατότητα δυναμικής ενημέρωσης των δεδομένων.
 
Θεωρείται απαραίτητη η θέσπιση και λειτουργία σε Εθνικό Επίπεδο μίας βάσης δεδομένων, στην οποία θα καταγράφονται σε περιβάλλον Γεωγραφικών Πληροφοριακών Συστημάτων (GIS) όλες οι πληροφορίες που αφορούν στις βοσκήσιμες γαίες, οι οποίες θα είναι συμβατές με άλλες παρόμοιες βάσεις δεδομένων. Η ενιαία καταγραφή και διαχείριση όλων των πληροφοριών που αφορούν στις βοσκήσιμες γαίες της χώρας είναι το απαραίτητο εργαλείο μέσω του οποίου μπορεί να γίνει ολοκληρωμένη διαχείριση, προστασία και βελτίωση των εκτάσεων αυτών. Ειδικότερα:
Με την παρ. 1 του άρθρου 2 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, προβλέπεται η δημιουργία στο Υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Εθνικής Γεωγραφικής Πληροφορικής Βάσης Δεδομένων (ΕΓΠΒΔ), με την ονομασία «Βοσκήσιμες Γαίες της Ελλάδας».
 
Με την παρ. 2 του άρθρου 2 καθορίζεται ο σκοπός της ΕΓΠΒΔ «Βοσκήσιμες Γαίες της Ελλάδας», που είναι η καταγραφή των βοσκήσιμων γαιών της Χώρας, για τις ανάγκες εφαρμογής ενωσιακών και εθνικών προγραμμάτων που σχετίζονται με τη χρήση αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του προτεινόμενου σχεδίου, χωρίς η καταγραφή αυτή να επηρεάζει την αποτύπωση, προστασία και διαχείριση των εκτάσεων, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Η ΕΓΠΒΔ χρησιμοποιεί ως πηγή δεδομένων τα χαρτογραφικά δεδομένα της Γενικής Διεύθυνσης Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Αγροπεριβάλλοντος, το Σύστημα Αναγνώρισης Αγροτεμαχίων (LPIS-GIS) του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ) ή άλλες πηγές, συμβατές με το σύστημα αυτό.
 
Με την παρ. 3 του άρθρου 2, καθορίζονται οι αρμόδιες αρχές για τη δημιουργία, οργάνωση, τήρηση και ενημέρωση της ΕΓΠΒΔ «Βοσκήσιμες Γαίες της Ελλάδας», οι οποίες είναι οι Γενικές Διευθύνσεις Βιώσιμης Ζωικής Παραγωγής και Κτηνιατρικής και Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Αγροπεριβάλλοντος του Υπουργείου Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
 
Με την παρ. 4 του άρθρου 2, ορίζεται ότι η καταγραφή και η αναθεώρηση, όποτε παρίσταται ανάγκη ή νέα δεδομένα, των βοσκήσιμων γαιών Ελλάδας ενεργείται με απόφαση του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
 
Άρθρο 3
 
Διαχειριστικά σχέδια βόσκησης
 
Με την παρ. 1 του άρθρου 3 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, προβλέπεται ότι η χρήση της βοσκής εντός των εκτάσεων που προστατεύονται από τη δασική νομοθεσία είναι ελεύθερη, σύμφωνα με την παράγραφο 2, εφόσον δεν επηρεάζεται αρνητικά η φυσική ισορροπία και αειφορία, καθώς και οι παραγωγικές, προστατευτικές, υδρονομικές, αισθητικές και λοιπές λειτουργίες των οικοσυστημάτων που συγκροτεί η φυόμενη στις ανωτέρω εκτάσεις βλάστηση, η προστασία και διαχείριση των οποίων διέπεται από τις κείμενες για κάθε κατηγορία των ανωτέρω εκτάσεων διατάξεις.
 
Με την παρ. 2 του άρθρου 3, προβλέπεται ότι η χρήση της βοσκής εντός των ανωτέρω εκτάσεων, στις οποίες αυτή δεν έχει απαγορευθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, ασκείται επί τη βάσει διαχειριστικού σχεδίου βόσκησης της περιοχής, το οποίο καταρτίζεται με μέριμνα του Υπουργείου Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Επιπλέον, ορίζεται το αντικείμενο ρύθμισης των διαχειριστικών σχεδίων, που αφορούν στους όρους χρήσης των εν λόγω εκτάσεων για βόσκηση, σύμφωνα με τις υφιστάμενες και τις προκύπτουσες, συμβατές με τη βοσκή, παράλληλες χρήσεις, καθώς και με τη βοσκοϊκανότητα της κάθε περιοχής και με τα οποία διασφαλίζεται η αειφόρος διαχείριση των βοσκήσιμων γαιών προς εξυπηρέτηση της σκοπούσας χρήσης. Συμβατές με τη βοσκή παράλληλες χρήσεις νοούνται εκείνες που επιτρέπονται από τη δασική και περιβαλλοντική νομοθεσία χωρίς να αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία του τοπίου, χωρίς να υποβαθμίζεται η βοσκοϊκανότητα και η προσβασιμότητα της βοσκήσιμης γαίας και χωρίς να παρεμποδίζεται ή αποτρέπεται ή χρήση της βοσκής, χωρίς να παρεμποδίζεται η χρήση της βοσκής, όπως η μελισσοκομεία και η χρήση ανεμογεννητριών. Πρόχειρα καταλύματα ζώων -δηλαδή κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις οι οποίες αποτελούνται από υλικά όπως πέτρες ή τσιμεντόλιθους ή ξύλα ή κλαδιά ή λαμαρίνες ή συνδυασμό αυτών και εξυπηρετούν εκτατικής μορφής κτηνοτροφία ή μετακινούμενους κτηνοτρόφους (άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4056/2012)- και ποτίστρες ζώων, που προβλέπονται από τα διαχειριστικά σχέδια για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας των βοσκήσιμων γαιών και την καλύτερη διαβίωση των ζώων, είναι επιτρεπτά. Με την ίδια παράγραφο προβλέπεται η δυνατότητα που έχει ο Υπουργός Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας να αναθέτει τη σύνταξη διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης στις Περιφέρειες της χώρας, με προγραμματική σύμβαση, η οποία συνάπτεται με την οικεία Περιφέρεια και το Περιφερειακό Ταμείο. Καθορίζεται, επίσης, η διαδικασία έγκρισης των διαχειριστικών σχεδίων, η οποία ενεργείται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου του αρμόδιου Δασαρχείου ή της αρμόδιας Διεύθυνσης Δασών, απουσία Δασαρχείου, ή του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αγροτικών Υποθέσεων της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, αν πρόκειται για βοσκήσιμες γαίες ακινήτων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4061/2012 (Α΄66).
 
Κρίνεται απαραίτητη η θέσπιση των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης, καθώς είναι κοινός τόπος ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί σε σχέση με τη βιωσιμότητα των βοσκήσιμων γαιών της χώρας είναι η έλλειψη διαχείρισης. Η έλλειψη, σε ενιαία βάση, συντονισμού στη διαχείριση και αξιοποίηση των βοσκήσιμων γαιών έχει οδηγήσει στην εμφάνιση προβλημάτων τα οποία έχουν αντίκτυπο, όχι μόνο στην παραγωγικότητα των βοσκήσιμων γαιών, αλλά και στην επιλεξιμότητά τους σε σχέση με τις Ευρωπαϊκές ενισχύσεις. Μόνο μέσω της ορθολογικής χρήσης που θα προκύψει από την εφαρμογή των απαιτήσεων των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης, οι βοσκήσιμες γαίες της χώρας θα μπορέσουν να αποδώσουν το βέλτιστο της δυναμικότητάς τους, προς όφελος των κτηνοτρόφων και κατ’ επέκταση της οικονομίας, του φυσικού περιβάλλοντος, της διατήρησης της φυσιογνωμίας του τοπίου. Τα διαχειριστικά σχέδια βόσκησης έχουν μεσομακροπρόθεσμη προοπτική, με ορίζοντα που ξεπερνά αυτόν της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, με σκοπό να μην αντιμετωπιστούν στο μέλλον παρόμοια προβλήματα με αυτά που αντιμετωπίζουν οι βοσκήσιμες γαίες και η ποιμενική, κτηνοτροφία τα τελευταία χρόνια.
 
Οι παράμετροι τις οποίες οφείλουμε να διαφυλάξουμε και να ενισχύσουμε μέσω της ορθολογικής διαχείρισης είναι η αειφορία και η ισορροπία του φυσικού οικοσυστήματος. Πρόσφατες έρευνες έχουν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η ορθολογική και ελεγχόμενη βόσκηση από αγροτικά ζώα μπορεί να συμβάλει θετικά, λειτουργώντας ως εργαλείο διαχείρισης του περιβάλλοντος, επιδρώντας με ευνοϊκό τρόπο στην οικολογική ισορροπία. Η ανεξέλεγκτη και χωρίς σχέδιο προώθηση της εξέλιξης και ανάπτυξης της βλάστησης μπορεί να οδηγήσει σε μη επιθυμητά αποτελέσματα. Αντιθέτως, η ελεγχόμενη είσοδος αγροτικών ζώων στις βοσκήσιμες εκτάσεις και η αξιοποίηση της χορτονομής για τις ανάγκες τις ποιμενικής κτηνοτροφίας, μπορεί να επιδρά θετικά στη βλάστηση, την ποικιλότητα των φυτικών ειδών και στη μωσαϊκότητα του τοπίου. Παράλληλα διατηρείται η ισορροπία της βλάστησης και αποτρέπεται η εξέλιξη και η εισβολή ξυλωδών ειδών, οδηγώντας στη διατήρηση και προστασία σπάνιων και απειλούμενων οικοτόπων. Αυτό που επιδιώκουμε είναι η ισορροπία και η αειφορία του οικοσυστήματος και η προστασία – διατήρηση της φυσιογνωμίας του τοπίου.
 
Άρθρο 4
 
Προθεσμία κατάρτισης διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης
 
Με την παρ. 1 του άρθρου 4 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, προβλέπεται η προθεσμία κατάρτισης των διαχειριστικών σχεδίων των βοσκήσιμων γαιών της Χώρας και υποβολής τους για έγκριση, η οποία είναι η 30η-9-2018. Στην ίδια παράγραφο προβλέπεται η αδυναμία ενεργοποίησης δικαιωμάτων ενίσχυσης με βάση την εν λόγω έκταση, στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, μετά το πέρας της ανωτέρω προθεσμίας (30-9-2018), σε περίπτωση μη ύπαρξης και εφαρμογής εγκεκριμένου διαχειριστικού σχεδίου βόσκησης.
 
Με την παρ. 2 του άρθρου 4, προβλέπεται εξαίρεση, σύμφωνα με την οποία μετά τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας, υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής περιοχών που δεν χρησιμοποιούντο για βόσκηση, μετά από αίτημα των οικείων ΟΤΑ Α΄ και Β΄ βαθμού και των οικείων κτηνοτροφικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση βέβαια της κατάρτισης και έγκρισης διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης για τις περιοχές αυτές.
 
Είναι απαραίτητη η παράταση της προθεσμίας της υλοποίησης των προσωρινών και των οριστικών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης, καθώς κρίνεται μη επαρκής για την ολοκλήρωση της ορθής εκπόνησής τους.
 
Επιπλέον, η πλήρης απαγόρευση της βόσκησης μετά την προθεσμία εκπόνησης και έγκρισης των οριστικών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης θεωρούνται υπερβολικά και οικολογικά επικίνδυνα. Προτείνεται η προθεσμία να μην έχει αποκλειστικό χαρακτήρα, ενώ παράλληλα να μην απαγορεύεται παντελώς η βοσκή, γεγονός που ενδεχόμενα θα οδηγούσε στην υποβόσκηση, με αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία του ενδιαιτήματος, την αντιπυρική προστασία ευαίσθητων περιοχών, και τη φυσιογνωμία του τοπίου.
 
Ο κίνδυνος υποβάθμισης του οικοσυστήματος δεν αποφεύγεται με την παντελή απουσία αγροτικών ζώων από τις περιοχές αυτές και την απαγόρευση της βόσκησης, αλλά με την λελογισμένη άσκησή της και την ορθολογική διαχείριση των βοσκήσιμων εκτάσεων, ώστε να αποφευχθούν οι δυσμενείς επιπτώσεις τόσο της υπερβόσκησης όσο και της υποβόσκησης. Άλλωστε η παντελής απαγόρευση της βόσκησης των εν λόγω εκτάσεων δεν είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσει στην προστασία των εκτάσεων αυτών, αφού σε αντίθετη περίπτωση αυτές μπορούν να διατεθούν για τους σκοπούς του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του ν. 998/1979 όπως ισχύει.
 
Είναι πλέον αποδεκτό από την επιστημονική κοινότητα ότι η κανονική βόσκηση συμβάλει καθοριστικά στη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Αντίθετα με την υπερβόσκηση μπορεί να μειωθούν σημαντικά τα χρήσιμα φυτικά είδη βλάστησης, με αποτέλεσμα την εμφάνιση και επικράτηση ορισμένων ανεπιθύμητων, ενώ με την υποβόσκηση δεν απομακρύνεται η βιομάζα της χορτονομής από το έδαφος, οδηγώντας στη συσσώρευση ξηρής - εύφλεκτης ύλης, δυσχεραίνοντας τη βόσκηση των ζώων και αυξάνοντας την πύκνωση των ξυλωδών – θαμνωδών ειδών, αφού πολλά είδη θάμνων έχουν την ικανότητα να εκδηλώνουν αυξημένη ανταγωνιστικότητα σε βάρος της ποώδους βλάστησης.
 
Άρθρο 5
 
Δαπάνη διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης
 
Με την παρ. 1 του άρθρου 5 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, προβλέπεται: α) η κάλυψη των δαπανών για την κατάρτιση και την υλοποίηση - εφαρμογή των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης για τις βοσκήσιμες γαίες της Χώρας από τις πιστώσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή της προτεινόμενης παραγράφου 2 του άρθρου 17, και β) η δυνατότητα κάλυψης των δαπανών για την κατάρτιση και την υλοποίηση - εφαρμογή των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης για τις βοσκήσιμες γαίες της Χώρας, από τις πιστώσεις του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης της Ελλάδας ή/και άλλες πηγές.
 
Με την παρ. 2 του άρθρου 5, ορίζεται ότι με δαπάνες του Ταμείου Γεωργίας και Κτηνοτροφίας δύναται να καλυφθεί το κόστος υλοποίησης πιλοτικών ερευνητικών προγραμμάτων, τα αποτελέσματα των οποίων μπορούν να αξιοποιηθούν ως πρότυπο μεθοδολογίας για την εκτίμηση της βοσκοϊκανότητας και τη διερεύνηση άλλων παραμέτρων που αφορούν στην ορθή διαχείριση των βοσκήσιμων γαιών, με σκοπό να αξιοποιηθούν κυρίως κατά τη σύνταξη και εφαρμογή των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης. Τα εν λόγω πιλοτικά προγράμματα προβλέπεται ότι με απόφαση του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορούν να υλοποιούνται από εκπαιδευτικά ή ερευνητικά ιδρύματα ή ιδιωτικούς φορείς που διαθέτουν ανάλογη εμπειρία, υλικοτεχνική υποδομή και τεχνογνωσία, μετά από δημόσιο διαγωνισμό.
 
Κρίνεται απαραίτητη η αναφορά στους κύριους τρόπους χρηματοδότησης για την εκπόνηση των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης. Το σκεπτικό είναι ότι μέχρι την ολοκλήρωση της εκπόνησης και έγκρισης των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης το τίμημα των κτηνοτρόφων θα κατατίθεται υπέρ σχετικού λογαριασμού που θα υφίσταται αποκλειστικά για το σκοπό αυτό στις οικείες Περιφέρειες. Επιπλέον, προβλέπεται η δυνατότητα χρηματοδότησης από το Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης ή άλλες πηγές.
 
Επιπλέον, μέσω της χρηματοδότησης και εκπόνησης με νόμιμες και διαφανείς διαγωνιστικές διαδικασίες, πιλοτικών προγραμμάτων, καθίσταται δυνατή η διερεύνηση παραμέτρων οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν κατά τη σύνταξη των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης.
 
Άρθρο 6
 
Δικαιώματα χρήσης βοσκής
 
Με το άρθρο 6 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, προβλέπεται ότι τα δικαιώματα χρήσης της βοσκής σε κτηνοτρόφους, κατανέμονται από τις οικείες Περιφερειακές Ενότητες και όχι από τις κτηνοτροφικές οργανώσεις, όπως προέβλεπε ο ν. 4364/2014, γιατί στην πράξη αυτό αποδείχθηκε ανέφικτο. Προβλέπεται, επίσης, ότι η κατανομή των βοσκήσιμων γαιών γίνεται από Επιτροπή της οικείας Περιφερειακής Ενότητας, η οποία είναι αρμόδια για το σκοπό αυτό, με τη συμμετοχή εκπροσώπου του αρμόδιου Δήμου και των οικείων κτηνοτροφικών οργανώσεων. Στην ίδια παράγραφο προβλέπεται ότι τα δικαιώματα χρήσης της βοσκής παραχωρούνται στους κτηνοτρόφους για χρονικό διάστημα αντίστοιχο με την υλοποίηση των στόχων των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τρία (3) έτη, με την υπογραφή σχετικής σύμβασης μίσθωσης. Η Επιτροπή, επίσης, προβαίνει σε ανάλογες ανακατατάξεις των δικαιωμάτων βόσκησης σε περίπτωση που σε τμήματα ή και σε ολόκληρη τη βοσκήσιμη γαία απαγορευτεί η βόσκηση ή οι γαίες αυτές χαρακτηρισθούν αναδασωτέες, στα πλαίσια της δασικής νομοθεσίας.
 
Με την παρ. 2 του άρθρου 6, προβλέπεται ότι για την κατανομή των δικαιωμάτων χρήσης λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα των αποκατασταθέντων κτηνοτρόφων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ν. 4061/2012.
 
Στόχος των διατάξεων του προτεινόμενου άρθρου 6, είναι για τον καθορισμό των δικαιωμάτων χρήσης να ακολουθείται σε όλη τη χώρα ένας συγκεκριμένος και ενιαίος μηχανισμός, σύμφωνα πάντα με τις απαιτήσεις του εγκεκριμένου διαχειριστικού σχεδίου βόσκησης, διότι η μέχρι σήμερα διαδικασία που ακολουθείται από τους δήμους της χώρας και βασίζεται σε χωροταξικά, πληθυσμιακά και κοινωνικά δεδομένα παλαιότερων εποχών έχει αποδειχθεί αναποτελεσματική .
 
Άρθρο 7
 
Τίμημα δικαιώματος χρήσης βοσκής
 
Με την παρ. 1 του άρθρου 7 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, ορίζεται ότι για τα δικαιώματα χρήσης της βόσκησης, καταβάλλεται από τους κτηνοτρόφους τίμημα, το ύψος του οποίου, καθορίζεται με την Υπουργική απόφαση που θα εκδοθεί σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξης της περίπτωσης δ΄ του άρθρου 11 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου.
 
Με την παρ. 2 του άρθρου 7, προβλέπεται η κατάθεση του τιμήματος για το δικαίωμα χρήσης της βόσκησης, υπέρ του Δήμου, στα διοικητικά όρια του οποίου ασκείται η βόσκηση και σε σχετικό λογαριασμό του, με την υποχρέωση διάθεσής του για τη συντήρηση και την κατασκευή έργων υποδομής της βοσκήσιμης γαίας, σύμφωνα με το διαχειριστικό σχέδιο βόσκησης.
 
Οι αποκαταστημένοι κτηνοτρόφοι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ν. 4061/2012, εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής τιμήματος για τα δικαιώματα χρήσης της βοσκής του προτεινόμενου άρθρου 7.
 
Στόχος των διατάξεων του προτεινόμενου άρθρου 7 είναι να ρυθμισθούν ενιαία και συγκεκριμένα, για όλη τη χώρα, τα θέματα που αφορούν το τίμημα του δικαιώματος χρήσης βοσκής.
 
Άρθρο 8
 
Αποτύπωση βοσκήσιμων γαιών - Εξαιρέσεις
 
Με την παρ. 1 του άρθρου 8 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, ορίζεται ότι η αποτύπωση των βοσκήσιμων γαιών γίνεται με την απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης για την έγκριση των αντίστοιχων διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης.
 
Με την παρ. 2 του άρθρου 8, ορίζονται οι εκτάσεις που δεν αποτυπώνονται, και οι οποίες είναι: α) όσες έχουν παραχωρηθεί για χρήση στις ένοπλες δυνάμεις, β) όσες είχαν τη μορφή δάσους ή δασικής έκτασης και καταστράφηκαν από πυρκαγιά ή αποψιλώθηκαν με άλλο τρόπο και έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες ή περιλαμβάνονται σε προγράμματα αναδάσωσης των δασικών υπηρεσιών και γ) όσες προβλέπονται στις περιπτώσεις β΄ έως και ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 69 του ν.δ. 86/1969 (Α΄7).
 
Με την παρ. 3 του άρθρου 8, προβλέπεται ότι αν στις βοσκήσιμες γαίες περιλαμβάνονται δάση ή δασικές εκτάσεις, σε αυτές επιτρέπεται να γίνεται χρήση για βόσκηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του προτεινόμενου σχεδίου νόμου και απαγορεύεται κάθε άλλη επέμβαση επ’ αυτών, εκτός των επεμβάσεων που προβλέπονται από τη δασική νομοθεσία και δεν παρεμποδίζουν τη βόσκηση. Στην ίδια παράγραφο προβλέπεται ότι στην απόφαση έγκρισης των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης και αποτύπωσης των βοσκήσιμων γαιών, αναφέρεται αν με τον καθορισμό και την αποτύπωση των συγκεκριμένων εκτάσεων εξυπηρετείται σκοπός δημοσίου συμφέροντος, μέσω της ενίσχυσης και προστασίας της κτηνοτροφίας ως σημαντικού κλάδου της εθνικής οικονομίας και αν παρίσταται ανάγκη χρησιμοποίησης των συγκεκριμένων εκτάσεων, μεταξύ των οποίων και τμημάτων δάσους ή δασικής έκτασης ή υδάτινων παραλίμνιων ή παραποτάμιων οικοσυστημάτων, για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις κρίνονται απαραίτητες, ώστε οι διαδικασίες που προβλέπονται να καταστούν συμβατές με τη νομολογία και να αποφευχθούν ενδεχόμενα συνταγματικά κωλύματα (άρθρα 24 και 117 του Συντάγματος) που εντοπίστηκαν στο παρελθόν σε αντίστοιχες προσπάθειες.
 
Συγκεκριμένα επιδιώκεται η κάλυψη ενδεχόμενων αδυναμιών στα εξής σημεία:
α) με τη ρητή εξαίρεση από τον ορισμό ως βοσκήσιμων εκτάσεων – βοσκοτόπων, των εκτάσεων που κάηκαν και έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες, αλλά και όσων καταστράφηκαν ή καταστρέφονται ή αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται με άλλο τρόπο, κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος, β) με τον περιορισμό της δυνατότητας επέμβασης στη βόσκηση ή σε ενδεχόμενες συμβατές παράλληλες χρήσεις οι οποίες δεν θα παρεμποδίζουν τη βόσκηση και ρητώς θα καθορίζονται από τα οριστικά διαχειριστικά σχέδια βόσκησης, ώστε να μην μπορεί να καταστεί ποιοτικώς έντονη και ποσοτικά απροσδιόριστη η επέμβαση στις εν λόγω εκτάσεις, αφού κατά τα λοιπά εκτός βόσκησης τα δάση και οι δασικού χαρακτήρα εκτάσεις οι περιλαμβανόμενες στην αποτύπωση, θα εξακολουθούν να διαχειρίζονται ως δασικές, γ) με τη μνεία στην απόφαση περί έγκρισης των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης και αποτύπωσης των βοσκήσιμων εκτάσεων της ανάγκης εξυπηρέτησης σκοπού δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή της χρήσης των συγκεκριμένων εκτάσεων προς υλοποίηση του σκοπού αυτού (σκοπός δημοσίου συμφέροντος), με τη βόσκηση ποιμνίων της συγκεκριμένης περιοχής.
 
Μέσω της έγκρισης των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης προβλέπεται η αποτύπωση και χαρτογράφηση των βοσκήσιμων γαιών της χώρας, σε συμφωνία και συσχέτιση με τους υπό έκδοση δασικούς χάρτες.
 
Άρθρο 9
 
Επιτροπές παρακολούθησης και εφαρμογής διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης
 
Με το άρθρο 9 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, προβλέπεται η σύσταση σε κάθε Περιφέρεια μίας ή περισσότερων επιτροπών παρακολούθησης και εφαρμογής των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης. Με την εξουσιοδοτική διάταξη της περ. ε΄ του άρθρου 11 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, ορίζεται ότι με απόφαση του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ορίζονται ο αριθμός των επιτροπών παρακολούθησης και εφαρμογής διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης ανά Περιφέρεια, η σύνθεση, οι αρμοδιότητες, η θητεία και κάθε σχετικό θέμα. Ο αρμόδιος Περιφερειάρχης ορίζει με απόφασή του τα μέλη των επιτροπών αυτών.
 
Κρίνεται απαραίτητη η θέσπιση των επιτροπών που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, προκειμένου να είναι δυνατή η αξιολόγηση της ορθής εφαρμογής των όρων που θέτει το διαχειριστικό σχέδιο βόσκησης.
 
Άρθρο 10
 
Βοσκήσιμες γαίες ΟΤΑ
 
Με το άρθρο 10 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, προβλέπεται ότι οι βοσκήσιμες γαίες που βρίσκονται στην περιφέρεια ΟΤΑ Α΄ βαθμού και των οποίων την κυριότητα, νομή, κατοχή ή χρήση έχουν οι συγκεκριμένοι ΟΤΑ, διατίθενται κατά προτεραιότητα για τις ανάγκες των κτηνοτρόφων, φυσικών ή νομικών προσώπων που διατηρούν την έδρα της εκμετάλλευσής τους στην Τοπική/Δημοτική Κοινότητα στην οποία βρίσκεται η βοσκήσιμη γαία ή σε μετακινούμενους κτηνοτρόφους, οι οποίοι αποδεδειγμένα κάνουν χρήση των εν λόγω βοσκήσιμων γαιών.
 
Κρίνεται απαραίτητο να εφαρμόζεται μία ενιαία διαδικασία και ίδιοι κανόνες για τις βοσκήσιμες γαίες όλη της χώρας.
 
Άρθρο 11
 
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
 
Με τις περιπτώσεις α΄, γ΄, δ΄ και ε΄ του προτεινόμενου άρθρου 11, προβλέπονται οι εξουσιοδοτικές διατάξεις, οι οποίες κρίνονται αναγκαίες για την πλήρη εφαρμογή των άρθρων 2, 6, 7 και 9, αντίστοιχα.
 
Με την περίπτωση β΄ του προτεινόμενου άρθρου 11 προβλέπεται εξουσιοδοτική διάταξη για τον καθορισμό των προδιαγραφών και του περιεχομένου των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
 
ΛΟΙΠΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
 
Άρθρο 12
 
Παράταση προθεσμίας άρθρου 14 του ν. 4056/2012 (Α΄52)
 
Με το προτεινόμενο άρθρο 12 επιχειρείται η παράταση της προθεσμίας που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4056/2012 «Ρυθμίσεις για την κτηνοτροφία και τις κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις και άλλες διατάξεις» (Α΄52), η οποία αφορά την έκδοση άδειας εγκατάστασης σε κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις όλων των κατηγοριών της παρ. 1 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, οι οποίες κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4056/2012 λειτουργούσαν χωρίς άδεια εγκατάστασης ή είχε ήδη διακοπεί η λειτουργία τους για το λόγο αυτό. Ειδικότερα:
Με το άρθρο 14 του ν. 4056/2012, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις παρ. 8 και 9 του άρθρου 43 του ν. 4235/2014 (Α΄32), θεσπίστηκαν κίνητρα για τη νομιμοποίηση και τον εκσυγχρονισμό των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων με στόχο την ανάπτυξη και ενίσχυση της ελληνικής κτηνοτροφίας τόσο στον πρωτογενή τομέα όσο και στον τομέα της μεταποίησης των προϊόντων της ζωικής προέλευσης και δόθηκε προθεσμία τριών ετών από 12-3-2012 (ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4056/2012 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έναρξης ισχύος του) για τη νομιμοποίηση υφιστάμενων κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων χωρίς άδεια εγκατάστασης. Η προθεσμία αυτή έληξε στις 12-3-2015.
 
Η αδειοδότηση των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων επηρεάζεται από τη συναφή και παράλληλη σχετική νομοθεσία και κυρίως από το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει την εγκατάστασή τους εντός δασών, δασικών και δημοσίων εκτάσεων και τη διατήρηση αυθαίρετων κτισμάτων, ως εξής: 15
 
Με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 52 του ν. 4280/2014 (Α΄159), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 12 του ν. 4315/2014 (Α΄269), προβλέπεται ότι κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί, που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 4280/2014 χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του ν. 4280/2014, συνεχίζουν τη λειτουργία τους για μια τριετία από την έναρξη ισχύος του ν. 4315/2014, δηλαδή μέχρι 24-12-2017. Μέσα στη προθεσμία αυτή οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979 (Α΄289), όπως ισχύουν.
 
Με την παρ. 13 του άρθρου 23 και το άρθρο 28 του ν. 4178/2013 (Α΄174) δόθηκε η δυνατότητα τακτοποίησης αυθαίρετων κατασκευών σταυλικών εγκαταστάσεων και συνοδών κτιρίων προσωρινής διαμονής εντός 18 μηνών από τη δημοσίευση του ν. 4178/2013, δηλαδή μέχρι 8-2-2015. Η προθεσμία αυτή με την αριθ. 60069/29-12-2014 (Β΄3534) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής παρατάθηκε έως 8-2-2016.
 
Λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω παρατάσεις και δεδομένου ότι σε ορισμένες περιπτώσεις κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων απαιτούνται ως δικαιολογητικά για την αδειοδότησή τους η έγκριση επέμβασης από την αρμόδια δασική υπηρεσία ή η υπαγωγή τους στις διατάξεις του ν. 4178/2013 για τη νομιμοποποίηση αυθαίρετων κατασκευών σταυλικών εγκαταστάσεων και συνοδών κτιρίων προσωρινής διαμονής, οι διατάξεις του προτεινόμενου άρθρου κρίνονται αναγκαίες, προκειμένου να παραταθεί μέχρι 12-9-2016 η προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4056/2012 που αφορά την έκδοση άδειας εγκατάστασης σε υφιστάμενες κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, οι οποίες κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4056/2012 λειτουργούσαν χωρίς άδεια εγκατάστασης, ώστε αυτές να μη διακόψουν τη λειτουργία τους, αλλά να ολοκληρώσουν εμπρόθεσμα τις σχετικές διαδικασίες νομιμοποίησής τους. Η παράταση αυτή καταλαμβάνει και όσες κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4056/2012 είχε ήδη διακοπεί η λειτουργία τους για το λόγο ότι λειτουργούσαν χωρίς άδεια εγκατάστασης,
 
Άρθρο 13
 
Ρυθμίσεις για δήμο Κερατσινίου – Δραπετσώνας
 
Η πρώην λιμενοβιομηχανική ζώνη Κερατσινίου – Δραπετσώνας, δηλαδή η ευρύτερη παραλιακή περιοχή γύρω από το παλιό εργοστάσιο λιπασμάτων, που βρίσκεται μεταξύ του επιβατικού και εμπορικού λιμένα του Πειραιά, αποτελεί μία ζωτικής σημασίας από άποψη θέσης, περιοχή για τον δυτικό Πειραιά και ειδικότερα, για το δήμο Κερατσινίου – Δραπετσώνας.
 
Η περιοχή αυτή που αποτελούσε στο παρελθόν μια βασική βιομηχανική ζώνη για την περιοχή του Πειραιά είναι σήμερα ανενεργή βιομηχανικά, τα περισσότερα βιομηχανικά κτίρια έχουν κατεδαφιστεί και εμφανίζει σημαντικά προβλήματα περιβαλλοντικής υποβάθμισης.
 
Οι ισχύουσες διατάξεις υποβαθμίζουν σημαντικά το περιβαλλοντικό ισοζύγιο της ευρύτερης περιοχής του δυτικού Πειραιά και ταυτόχρονα του δήμου Κερατσινίου – Δραπετσώνας.
 
Οι συνολικές χρήσεις γης που είχαν προσδιοριστεί για τη συγκεκριμένη περιοχή υποβάθμιζαν έτι περαιτέρω με χρήσεις βιομηχανικές, μεταποιητικές κλπ αλλοιώνοντας το φυσικό περιβάλλον, χωρίς να στοχεύουν στην βελτίωση της επιβεβαρυμμένης ποιότητας ζωής των κατοίκων.
 
Η περιοχή αυτή προβλέπεται πλέον ως περιοχή στρατηγικής παρέμβασης για την ποιοτική αναβάθμιση του δυτικού Πειραιά, όσο και για το δήμο Κερατσινίου – Δραπετσώνας, με την εξασφάλιση υψηλής ποιότητας περιβάλλοντος και υποδομών, κύριων λειτουργιών, καθώς και διεξόδου αναψυχής προς το θαλάσσιο μέτωπο.
 
Συγκεκριμένα, προτείνονται χρήσεις αναψυχής, καθώς και χώροι αστικού πρασίνου, εμπλουτισμένες με εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας, οι οποίες θα εξυπηρετούν κατά κύριο λόγο τόσο τις ανάγκες του εν λόγω δήμου, όσο και τις ανάγκες του δυτικού Πειραιά.
 
Επίσης προτείνεται η πολεοδόμηση της περιοχής, ώστε να υπαχθεί στις διατάξεις εισφορών σε γη και να εξασφαλιστούν οι απαιτούμενοι και αναγκαίοι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι, που θα καθοριστούν από την πολεοδομική μελέτη.
 
Οι χρήσεις θα εξειδικευτούν από την πολεοδομική μελέτη ανάπλασης, η οποία θα εκπονηθεί από το δήμο Κερατσινίου - Δραπετσώνας. 17
 
Ταυτόχρονα με την παρούσα διάταξη προσαρμόζεται, αντίστοιχα, η σχετική διάταξη της τροποποίησης του ΓΠΣ της δημοτικής ενότητας Κερατσινίου – Δραπετσώνας (υπ’ αριθμ. 20422/2014 ΦΕΚ ΑΑΠ 142).
 
Η προτεινόμενη ρύθμιση στο σύνολο της τυγχάνει της στήριξης του δήμου Κερατσινίου – Δραπετσώνας, για την επεξεργασία της οποίας ο Δήμος συνέβαλε ουσιωδώς και το δημοτικό του Συμβούλιο την ενέκρινε με την υπ’ αριθμόν 70/2015 απόφασή του. Υπογραμμίζεται, επίσης, ότι την εν λόγω ρύθμιση στηρίζει και ψήφισε ο Δήμος Πειραιά και όλοι οι δήμοι της Β’ Περιφέρειας Πειραιά, Νίκαιας-Ρέντη, Κορυδαλλού, Περάματος, Σαλαμίνας, γεγονός που αναδεικνύει την ευρύτατη κοινωνική αποδοχή της ρύθμισης.
 
Άρθρο 14
 
Ρυθμίσεις για κατ’ επάγγελμα αγρότες παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας
 
Στην περίπτωση 1.α της υποπαραγράφου ΙΓ.1 της παραγράφου ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν.4254/2014 (Α΄ 85) θεσπίστηκε η υποχρέωση υποβολής δηλώσεων από τους κατ’ επάγγελμα αγρότες παραγωγούς για τη διατήρηση ή μη της ιδιότητας του κατ’ επάγγελμα αγρότη, οι οποίες επέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 και οι οποίες υποβάλλονται ηλεκτρονικά, μέσω του πληροφοριακού συστήματος της ΛΑΓΗΕ Α.Ε., εντός του πρώτου τριμήνου κάθε έτους και αφορούν το προηγούμενο της υποβολής έτος. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, και όσον αφορά στο έτος 2014, δίδεται η δυνατότητα υποβολής της δήλωσης, πέραν της 31.3.2015 και ειδικότερα για το χρονικό διάστημα δύο μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου και τούτο διότι κατά το έτος 2015 που είναι το πρώτο έτος εφαρμογής της ρύθμισης, μεγάλος αριθμός αγροτών, είτε λόγω έλλειψης ενημέρωσης είτε εκ παραδρομής και μη εξοικείωσης με την τεχνολογία, δεν υπέβαλε εμπρόθεσμα της ως άνω δήλωση. Για το λόγω αυτό κρίνεται εύλογη και αναγκαία η εν λόγω παράταση.
 
Άρθρο 15
 
Δικαιώματα έρευνας και διαχείρισης γεωθερμικού δυναμικού υψηλών θερμοκρασιών
 
Η έρευνα και εκμετάλλευση γεωθερμικής ενέργειας ρυθμίζεται από το Μεταλλευτικό Κώδικα (ν.δ. 210/1973, όπως τροποποιήθηκε σχετικά με τη γεωθερμία με το ν. 1475/1984) και το ν. 3175/2003, όπως ισχύει. 18
 
Η αρχική ανάθεση στη ΔΕΗ έγινε με βάση το ν. 1475/1984, με την Υπουργική απόφαση 7668/1985 (Β΄361), με διάρκεια μίσθωσης 30 ετών, ενώ προβλέπεται και δυνατότητα παράτασης για άλλα 20 έτη.
 
Μετά την απόσχιση κλάδου του ΑΠΕ και τη μεταφορά του στη ΔΕΗΑΝ το 2007, εκδόθηκαν νέες Υπουργικές αποφάσεις το 2011 που μετέφεραν τα δικαιώματα γεωθερμίας στη ΔΕΗΑΝ, θέτοντας και νέους όρους.
Με την προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση δίδεται παράταση του αρχικού συμβατικού χρόνου της μίσθωσης κατά πέντε (5) έτη.
 
Οι λόγοι για τους οποίους δίδεται η παράταση αυτή είναι πρωτίστως οικονομοτεχνικοί. Στις γεωθερμικές επενδύσεις υψηλών θερμοκρασιών ο κύριος όγκος των εγκαταστάσεων και εργασιών με το αντίστοιχο κόστος, απαιτείται στα αρχικά στάδια των ερευνών. Συγκεκριμένα, ο κυριότερος παράγοντας κόστους που ξεπερνά το 50 έως 60% της συνολικής αξίας της επένδυσης είναι η εκτέλεση των βαθιών γεωθερμικών ερευνητικών - παραγωγικών γεωτρήσεων. Όμως τα αρχικά αυτά στάδια (γεωτρήσεις) χρηματοδοτούνται πολύ δύσκολα από τις τράπεζες, επειδή το ονομαζόμενο γεωλογικό ρίσκο (η πιθανότητα αποτυχίας μιας γεώτρησης) είναι σημαντικό και δε μπορεί να αποτιμηθεί από πριν. Πρακτικά το πρώτο και ακριβότερο στάδιο των ερευνών πρέπει να υλοποιηθεί με ίδια κεφάλαια του μισθωτή, κάτι που ήταν πολύ δύσκολο έως αδύνατο την τελευταία πενταετία, λόγω της οικονομικής κρίσης.
 
Επισημαίνεται ότι η Δ.Ε.Η ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ Α.Ε το 2012 προέβη στη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την εύρεση και επιλογή στρατηγικού εταίρου στην ανάπτυξη γεωθερμικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας σε τέσσερα γεωθερμικά πεδία, για τα οποία έχει μισθωτικά δικαιώματα, όπου προβλέπεται η συνεργασία και στην έρευνα των γεωθερμικών πεδίων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Ο διαγωνισμός αυτός (ο οποίος είχε ατονήσει, χωρίς να κηρυχτεί άγονος), δύναται να ολοκληρωθεί. Με την προτεινόμενη ρύθμιση παρέχεται η δυνατότητα να υλοποιηθεί η έρευνα του γεωθερμικού δυναμικού στην περιοχή της μίσθωσης. 19
 
Άρθρο 16
 
Τροποποίηση διατάξεων των ν. 3877/2010 (Α΄ 160) και 2342/1995 (Α΄ 208)
 
Με την παράγραφο 1 του προτεινόμενου άρθρου, με την οποία αντικαθίσταται η περίπτωση α’ της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 3877/2010, στους πόρους του ΕΛΓΑ ορίζεται για την καλλιέργεια της ελιάς η ασφαλιστική εισφορά σε ποσοστό 1,5% επί της ασφαλιζόμενης αξίας, εξαιτίας της μεγάλης και σταθερής συνεισφοράς της καλλιέργειας στα έσοδα από ασφαλιστικές εισφορές (30 εκατ. € επί των εσόδων κατ’ έτος), σε σχέση με τις καταβληθείσες για την καλλιέργεια αυτή αποζημιώσεις. Σημειώνεται ότι: α) η περίπτωση αυτή προβλέπεται με σχετική κοινή Υπουργική απόφαση και β) για λόγους νομοτεχνικής ορθότητας αντικαθίσταται το σύνολο των διατάξεων της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 3877/2010.
 
Με την παράγραφο 2 του προτεινόμενου άρθρου, με την οποία αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3877/2010, προστίθεται και η αλιευτική παραγωγή στις περιπτώσεις που εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη.
 
Με την παράγραφο 3 αντικαθίστανται οι περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν. 3877/2010. Ειδικότερα, για τον υπολογισμό της ασφαλιζόμενης αξίας λαμβάνεται υπόψη, εκτός των άλλων, η μέση παραγωγή ανά νομό και ανά στρέμμα ή δένδρο των δηλούμενων καλλιεργειών. Διαγράφεται η φράση «ανά νομό» για να υπάρχει η δυνατότητα καθορισμού της μέσης παραγωγής και ανά περιφέρεια ή γεωγραφική ζώνη ή ακόμα και ανά χώρα. Επίσης, στην τρίτη παράμετρο για τον υπολογισμό της ασφαλιζόμενης αξίας προστίθεται η λέξη «μέση» έτσι ώστε να διασφαλιστεί η στατιστική επεξεργασία της αξίας κάθε προϊόντος.
 
Με την παράγραφο 4 αντικαθίσταται το άρθρο 17 του ν. 3877/2010, διότι δεν υπάρχουν Πίνακες Πιστοποιημένων Εμπειρογνωμόνων, ούτε και διαδικασία ή φορέας που να τους πιστοποιεί.
 
Με την παράγραφο 5 ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τις αποζημιώσεις των ανταποκριτών του ΕΛΓΑ. Ειδικότερα:
Οι αποζημιώσεις των ανταποκριτών του ΕΛΓΑ ορίζονται κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 1790/1988 (Α΄ 134) όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 53 του ν.2538/1997 (Α΄ 242) με απόφαση του ΔΣ του ΕΛΓΑ που εγκρίνεται από τον Υπουργό Γεωργίας (νυν Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων) σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 4024/2011, της παρ.5 του άρθρου 24 του ν.3877/2010, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 39 του ν.4061/2012 και του άρθρου 8 της υπ’αριθ.80/14270/31.1.2014 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (Β΄327).
 
Η ένταξη όμως του έργου των Ανταποκριτών καθώς και των απασχολούμενων σε όλα τα στάδια της ασφαλιστικής και εκτιμητικής διαδικασίας, των προγραμμάτων της ενεργητικής προστασίας και κρατικών οικονομικών ενισχύσεων γεωτεχνικών, υπαλλήλων ή μη του ΕΛΓΑ, οι οποίοι δικαιούνται, για το έργο που τους ανατίθεται, αποζημίωση ανά πραγματογνωμοσύνη, επιτόπιο έλεγχο, εποπτικό έλεγχο, αξιολόγηση και παραλαβή έργων στους περιορισμούς μηνιαίων ορίων αποζημίωσης οδηγεί σε αδυναμία υλοποίησής του σε περίπτωση επέλευσης μεγάλων ζημιών στις αγροτικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις που οφείλονται σε απρόβλεπτα σε έκταση και ένταση καιρικά φαινόμενα (παγετός, χαλάζι, πλημμύρα κλπ), δεδομένων των συγκεκριμένων χρονικών ορίων (λίγων ημερών) που θέτουν οι Κανονισμοί Ασφάλισης του ΕΛΓΑ για την υποβολή δηλώσεων ζημιάς – ΠΣΕΑ από τους ζημιωθέντες παραγωγούς.
 
Επομένως οι ανωτέρω διατάξεις δεν λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες εκτέλεσης του έργου των ανταποκριτών και του ως άνω προσωπικού του ΕΛΓΑ, το οποίο έχει συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα υλοποίησης, που είναι σε άμεση συνάρτηση με την επέλευση απρόβλεπτων σε έκταση ζημιών στις αγροτικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις Συγκεκριμένα οι ζημιές αρκετές φορές συνεπάγονται την υποβολή χιλιάδων δηλώσεων ζημιάς από τους παραγωγούς της χώρας, τις οποίες οφείλουν να διαχειριστούν άμεσα και εντός ασφυκτικών χρονικών ορίων οι ανταποκριτές, και στην εκτίμηση και τον διοικητικό έλεγχο των οποίων οφείλουν να προβούν οι απασχολούμενοι υπάλληλοι ή μη του ΕΛΓΑ.
 
Κατόπιν των ανωτέρω η απαλοιφή των μηνιαίων ορίων αποζημίωσης με παράλληλη διατήρηση των ορίων αποζημίωσης ανά δήλωση ή φάκελο ή εκτίμηση θα επιτρέψει στον ΕΛΓΑ να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του απέναντι στον αγροτικό κόσμο της χώρας χωρίς να παραβιάζεται το συνολικό ετήσιο πλαφόν των αποζημιώσεων των ανταποκριτών του και των απασχολούμενων σε όλα τα στάδια της ασφαλιστικής και εκτιμητικής διαδικασίας. Επιπλέον η ύπαρξη των μηνιαίων ορίων αποζημίωσης δεν εξυπηρετεί το εθνικό δημόσιο συμφέρον, καθώς οδηγεί ουσιαστικά σε αδυναμία υλοποίησης του έργου του ΕΛΓΑ και κατ’ επέκταση αδυναμία εξυπηρέτησης του αγροτικού κόσμου της χώρας. 21
 
Εξάλλου οι αποζημιώσεις του ως άνω προσωπικού και των ανταποκριτών του ΕΛΓΑ βαρύνουν τους ίδιους τους πόρους του ΕΛΓΑ και όχι τον εθνικό τακτικό προϋπολογισμό.
 
Για την αποκατάσταση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και λόγω των συχνών συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΛΓΑ και της εκδίκασης δικαστικών υποθέσεων στην επαρχία, τα οποία συνεπάγονται τις μετακινήσεις εκτός έδρας του Προέδρου, Αντιπροέδρου, των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, του Νομικού Συμβούλου και των δικηγόρων του ΕΛΓΑ, τα ισχύοντα (αριθ. 80/14270/31-1-2014 ΚΥΑ, ΦΕΚ Β΄327) για τις δαπάνες διανυκτέρευσης και την ημερήσια αποζημίωση των μετακινούμενων γεωτεχνικών υπαλλήλων του ΕΛΓΑ εφαρμόζονται και για τις δαπάνες διανυκτέρευσης και την ημερήσια αποζημίωση του Προέδρου, Αντιπροέδρου, των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, του Νομικού Συμβούλου και των δικηγόρων του ΕΛΓΑ.
 
Με την παράγραφο 6 του προτεινόμενου άρθρου, προτείνεται η αντικατάσταση της παρ. 1 του άρθρου 1 προκειμένου να επεκταθεί η ενεργητική προστασία της αγροτικής δραστηριότητας τόσο σε κινδύνους που καλύπτονται ασφαλιστικά από τον ΕΛΓΑ (παθήσεις και ασθένειες) όσο και σε κινδύνους που δεν αναφέρονται ρητά στο νόμο 3877/2010, μέσω επιχορηγούμενων δράσεων.
 
Τέλος, σημειώνεται ότι με την περίπτωση δ΄ της παρ. 1 του προτεινόμενου άρθρου 18 καταργείται: α) η παράγραφος 5 του άρθρου 6 του ν. 3877/2010 (Α΄160)και β) η παράγραφος 3 του άρθρου 10 του ίδιου νόμου. Με την περίπτωση α΄ καταργείται το ανώτατο όριο αποζημίωσης των 70.000 €. Από τις χρήσεις των ετών 2011 και 2012 διαπιστώνεται ότι μόνο 10 παραγωγοί το 2011 και 6 παραγωγοί το 2012 ξεπερνούσαν αυτό το όριο. Επίσης, οι συγκεκριμένοι παραγωγοί είναι διαφορετικοί κάθε χρονιά και είχαν καλλιέργειες υψηλής ασφαλιζόμενης αξίας. Με την περίπτωση β΄ καταργείται το ανώτατο όριο αποζημίωσης (70.000 €) και κατά συνέπεια καταργείται και το ανώτατο όριο ασφαλιστικής εισφοράς. Το ανώτατο όριο ασφαλιστικής εισφοράς έχει δημιουργήσει ανισότητες μεταξύ παραγωγών του ίδιου κλάδου ή και διαφορετικού. Ενδεικτικά αναφέρονται οι εξής χαρακτηριστικές περιπτώσεις: α) «μεγάλοι» και «μεσαίοι» παραγωγοί και κτηνοτρόφοι καταβάλλουν την ίδια ασφαλιστική εισφορά, β) παραγωγός με θερμοκηπιακή καλλιέργεια 4 στρεμμάτων καταβάλει την ίδια ασφαλιστική εισφορά με κάποιο παραγωγό που έχει θερμοκηπιακές καλλιέργειες 10 στρεμμάτων, β) παραγωγοί με υψηλής ασφαλιζόμενης αξίας καλλιέργειες καταβάλλουν την ίδια ασφαλιστική εισφορά με παραγωγούς που έχουν στην εκμετάλλευσή τους μικρότερης ασφαλιζόμενης αξίας καλλιέργειες. Επίσης, δημιουργείται πρόβλημα στον καθορισμό ασφαλίστρου σε περιπτώσεις πτηνοτροφικών ή χοιροτροφικών μονάδων ή ανθοκομικών καλλιεργειών που αιτούνται την ένταξή τους στην υποχρεωτική ασφάλιση. Τέλος, σημειώνεται ότι από τους 760.000 περίπου ασφαλισμένους το έτος 2012, οι 3500 περίπου είχαν εισφορές που έφθαναν στα ανώτατα όρια. Με την κατάργηση των ανώτατων ορίων, από τους 3500 παραγωγούς, οι 2500 περίπου θα εξακολουθούν να καταβάλλουν εισφορές μέχρι του ανώτατου ορίου, 500 παραγωγοί περίπου θα καταβάλλουν μέχρι 5000 € και οι υπόλοιποι 500 από 5000 € και πάνω. Παράλληλα δημιουργήθηκαν πολλά τεχνικά κατά την υποβολή της ΔΚΕ, όπου όταν κάποιος παραγωγός έφθανε το ανώτατο κατά περίπτωση όριο δεν προχωρούσε στη δήλωση των υπόλοιπων αγροτεμαχίων του.
 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
 
ΤΕΛΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
 
Άρθρο 17
 
Μεταβατικές διατάξεις
 
Με την παρ. 1 του άρθρου 17 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, τίθεται μεταβατική διάταξη που αφορά την εκπόνηση των προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης, σύμφωνα με την οποία μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έναρξη ισχύος του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, για κάθε Περιφέρεια της Χώρας δύναται να καταρτίζονται προσωρινά διαχειριστικά σχέδια βόσκησης, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των βοσκήσιμων γαιών της κάθε περιοχής. Για τα προσωρινά διαχειριστικά σχέδια βόσκησης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 3,5, 6, 7 παρ. 1, 8, 9 και 11 που αφορούν τα διαχειριστικά σχέδια βόσκησης, τη δαπάνη διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης, τα δικαιώματα χρήσης βοσκής, το τίμημα δικαιώματος χρήσης βοσκής, την αποτύπωση βοσκήσιμων γαιών – εξαιρέσεις, τις επιτροπές παρακολούθησης και εφαρμογής διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης και τις εξουσιοδοτικές διατάξεις, αντίστοιχα.
 
Επισημαίνεται ότι παρέχεται η δυνατότητα εκπόνησης προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης, δυνητικά και στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες απαιτείται άμεση καταγραφή της κατάστασης, προκειμένου να τεκμηριωθεί η ενδεχόμενη αύξηση της έκτασης των επιλέξιμων για κοινοτικές ενισχύσεις βοσκοτόπων της χώρας. Τα προσωρινά διαχειριστικά σχέδια βόσκησης στοχεύουν στην υλοποίηση μιας αναγνωριστικής μελέτης της βοσκήσιμης γαίας με έμφαση στην καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης ως κριτήριο ενδεχόμενων διορθωτικών παρεμβάσεων που πρέπει να εφαρμοστούν. Στόχος των προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης είναι η απογραφή της φυσιογνωμίας, του καθεστώτος χρήσης και του παραγωγικού δυναμικού των βοσκήσιμων γαιών σε σύντομο χρονικό διάστημα.
 
Με την παρ. 2 του άρθρου 17, προβλέπεται ότι μέχρι την έγκριση των οριστικών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης, το τίμημα που καταβάλλουν οι κτηνοτρόφοι για το δικαίωμα χρήσης της βοσκής, βάσει προγενέστερων διατάξεων (άρθρο 5 παρ. 2 του β.δ. 24-9/20-10-1958, ΦΕΚ Α΄ 171), κατατίθεται, υπέρ της Περιφέρειας, στα διοικητικά όρια της οποίας ασκείται η βόσκηση και σε σχετικό λογαριασμό της, με την υποχρέωση διάθεσής του αποκλειστικά για την εκπόνηση των οριστικών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης.
 
Με την παρ. 3 του άρθρου 17, ορίζεται ότι η προστασία και διαχείριση βοσκήσιμων γαιών, στις οποίες υπάγονται και εκτάσεις των ακινήτων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4061/2012 γίνεται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και τις διατάξεις του προτεινόμενου σχεδίου νόμου.
 
Άρθρο 18
 
Καταργούμενες διατάξεις
 
Με το άρθρο 18του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, ορίζονται οι διατάξεις που καταργούνται από την έναρξη ισχύος του προτεινόμενου σχεδίου νόμου.
 
Άρθρο 19
 
Έναρξη ισχύος
 
Στο άρθρο 19 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, ορίζεται ότι η ισχύς του νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου